μάχαιρα

μάχαιρα
μάχαιρα, ης, ἡ (Hom.+. The Ptolemaic pap as a rule decline it [Mayser p. 12] μαχαίρας,-χαίρᾳ; likew. LXX [Thackeray p. 141f; Helbing p. 31ff]; ISm 4:2b; also mss. and some edd. of the NT. The pap fr. Roman times prefer-ρης, -ρῃ [isolated exx. fr. earlier times, e.g. PTebt 16, 14: 114 B.C.; 112, 45: 112 B.C.]; sim. 4 [6] Esdr [POxy 1010]; likew. the NT)
a relatively short sword or other sharp instrument, sword, dagger Mt 26:47, 55; Mk 14:43, 48; Lk 22:36, 38 (ASchlatter, Die beiden Schwerter: BFCT 20, 6, 1916; TNapier, ET 49, ’38, 467–70; IZolli, Studi e Mat. di Storia delle Rel. 13, ’38, 227–43; RHeiligenthal, NTS 41, ’95, 39–58. Field, Notes 76f suggests ‘knives’ here), 52; Rv 6:4; 13:10. ἐν φόνῳ μαχαίρης ἀποθανεῖν be killed with the sword Hb 11:37 (Ex 17:13; Dt 13:16). ἀποσπᾶν τὴν μ. draw the sword Mt 26:51. Also σπάσασθαι τὴν μ. (1 Ch 21:5; 1 Esdr 3:22; Jos., Vi. 303) Mk 14:47; Ac 16:27. λαμβάνειν μάχαιραν take, grasp the sword (Jos., Vi. 173) Mt 26:52b (HKosmala, NovT 4, ’60, 3–5: Targum Is 50:11 as parallel); ἑλκύειν μ. J 18:10; πατάσσειν ἐν μ. strike w. the sword Lk 22:49. βάλλειν τὴν μ. εἰς τὴν θήκην put the sword into its sheath J 18:11; cp. Mt 26:52a. Of execution by the sword ISm 4:2ab. ἀναιρεῖν μαχαίρῃ have someone put to death w. the sword Ac 12:2; ἔχειν πληγὴν τῆς μ. have a sword-wound Rv 13:14. στόμα μαχαίρης the edge of the sword (cp. Gen 34:26; 2 Km 15:14; TestJud 5:5; Theod. Prodr. 1, 19 Hercher; 2, 264; 6, 101) Lk 21:24; Hb 11:34 (OHofius, ZNW 62, ’71, 129f); the corresponding figure μ. κατέδεται (cp. 2 Km 11:25; Theod. Prodr. 6, 122 H. ἔτρωγεν … τὸ ξίφος κρέα, ἔπινεν ἡ μ. πηγὰς αἱμάτων) 1 Cl 8:4 (Is 1:20). (S. also πίπτω 1bαא.) μ. δίστομος a double-edged sword (Judg 3:16; Pr 5:4) Hb 4:12 (for the interpretation ‘scalpel’ or ‘bistoury’ s. CSpicq, RB 58, ’51, 482–84 [difft. idem, Lexique s.v. δίστομο], but the chief objections to such renderings are the absence of references in ancient medical writers to a double-edged surgical instrument and their preference for the diminutive μαχαίριον in connection w. such instruments).
in various images μ. sword stands for
violent death Ro 8:35
for war (Gen 31:26; SibOr 8, 120.—Opp. εἰρήνη.) Mt 10:34 (Harnack, ZTK 22, 1912, 4–6).
the powerful function of the divine word ἡ μ. τοῦ πνεύματοςthe sword of the Spirit, explained as the Word of God Eph 6:17 (cp. Hb 4:12 in 1 above).
the power of authorities to punish evildoers τὴν μάχαιραν φορεῖν carry the sword Ro 13:4 (cp. Philostrat., Vi. Soph. 1, 25, 3 δικαστοῦ ξίφος ἔχοντος; Ulpian in Digest of Justinian 2, 1, 3).—B. 559; 1392. DELG. M-M. EDNT. TW.

Ελληνικά-Αγγλικά παλαιοχριστιανική Λογοτεχνία. 2015.

Look at other dictionaries:

  • μαχαίρα — μαχαίρᾱ , μάχαιρα large knife fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαχαίρᾳ — μαχαίρᾱͅ , μάχαιρα large knife fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαχαίρα — Μαχαίρᾱ , Μαχαίρευς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρα — large knife fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρα — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 250 μ., 235 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, ΝΑ του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρκαλοχωρίου. * * * η (ΑM μάχαιρα) 1. όργανο με λαβή… …   Dictionary of Greek

  • μάχαιρα — η 1. το μεγάλο μαχαίρι. 2. φρ., «Μάχαιραν έδωσες μάχαιρα θα λάβεις», αυτοί που βλάπτουν τους άλλους τιμωρηθούν με τον ίδιο τρόπο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μαχαίρα — Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 250 μ., 235 κάτ.) στην πρώην επαρχία Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, ΝΑ του Ηρακλείου. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Αρκαλοχωρίου. * * * η μεγάλο μαχαίρι. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • Μαχαιρᾶ — Μαχαιρεύς masc acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μαχαιρά, μονή — Ανδρικό μοναστήρι της Κύπρου, το οποίο εξαρτάται από την Αρχιεπισκοπή της Κύπρου. Ιδρύθηκε από τους μοναχούς Ιγνάτιο και Προκόπιο το 1172 και σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μοναστήρια του νησιού. Η μ.Μ. ενισχύθηκε ιδιαίτερα από τους… …   Dictionary of Greek

  • μαχαίρας — μαχαίρᾱς , μάχαιρα large knife fem acc pl μαχαίρᾱς , μάχαιρα large knife fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάχαιρ' — μάχαιρα , μάχαιρα large knife fem nom/voc sg μάχαιραι , μάχαιρα large knife fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”